συνθέτω

συνθέτω
σύνθετος
put together
masc/neut nom/voc/acc dual
σύνθετος
put together
masc/neut gen sg (doric aeolic)
σύνθετος
put together
masc/fem/neut nom/voc/acc dual
σύνθετος
put together
masc/fem/neut gen sg (doric aeolic)
συνθέτης
composer
masc gen sg (attic epic ionic)
συντίθημι
place
aor imperat act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • συνθέτω — συνθέτω, συνέθεσα και σύνθεσα βλ. πίν. 137 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • συνθέτω — Ν 1. συνδέω αρμονικά πολλά επιμέρους τμήματα για τη συγκρότηση ενός συνόλου 2. γράφω τη μελωδία μουσικού έργου 3. συγγράφω λογοτεχνικό έργο 4. (τυπογρ.) στοιχειοθετώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. συν θετ τού συν τίθ ημι (πρβλ. σύνθεσις, σύνθετος), βλ. και λ …   Dictionary of Greek

  • συνθέτω — σύνθεσα και συνέθεσα, συντέθηκα, συνθεμένος 1. ενώνω τα μέρη για σχηματισμό ενός όλου, συγκροτώ: Το ανθρώπινο σώμα μετά το θάνατο διαλύεται στα στοιχεία από τα οποία έχει συντεθεί. 2. γράφω μουσικό ή λογοτεχνικό έργο: Τη μουσική αυτής της ταινίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συνθετῶ — σύνθετος put together masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνθέτῳ — σύνθετος put together masc/neut dat sg σύνθετος put together masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανασυνθέτω — συνθέτω πάλι, συνθέτω από την αρχή …   Dictionary of Greek

  • συνθέτωι — συνθέτῳ , σύνθετος put together masc/neut dat sg συνθέτῳ , σύνθετος put together masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακρεοντίζω — συνθέτω ποιήματα μιμούμενος εκείνα τού Ανακρέοντος. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ἀνακρέων. ΠΑΡ. ανακρεοντισμός. Η λ. μαρτυρείται από το 1853 στον Κωνσταντίνο Ασώπιο] …   Dictionary of Greek

  • ενορχηστρώνω — συνθέτω το μέρος τής ορχήστρας, κατανέμω τους φθόγγους μιας μουσικής σύνθεσης στα όργανα τα οποία θα τήν εκτελέσουν. [ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου (πρβλ. αγγλ. orchestrate, instrument] …   Dictionary of Greek

  • μελοποιώ — (Α μελοποιῶ, έω) [μελοποιός] συνθέτω τη μουσική πεζού ή ποιητικού έργου 2. συνθέτω λυρικά ποιήματα αρχ. 1. προσαρμόζω ποιήματα στη μουσική («ἐλεγεῑα μεμελοποιημένα», Πλούτ.) 2. εκφράζω κάτι με μουσική …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”